Έγχυση στις αρθρικές επιφάνειες της σπονδυλικής στήλης και καυτηριασμός των facet

Οι εγχύσεις στις αρθριτικές επιφάνειες της σπονδυλικής στήλης χρησιμοποιούνται τόσο για τη διάγνωση όσο και για την αντιμετώπιση του πόνου στην οσφυϊκή μοίρα και στα κάτω άκρα. Ο γιατρός χορηγεί φάρμακα όπως η κορτιζόνη, το τοπικό αναισθητικό (αναισθητικό και αντιφλεγμονώδες ταυτόχρονα) σε συγκεκριμένα κάθε φορά σημεία της σπονδυλικής στήλης και έτσι, εντοπίζεται ο πόνος του ασθενή. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται ο ασθενής να σταματήσει να πονά. Αυτό επιτυγχάνεται άμεσα μετά την έγχυση, ωστόσο μπορεί να επανέλθει μετά από λίγο καιρό. Ένας ασθενής μπορεί να επαναλάβει ωστόσο την έγχυση δύο ακόμη φορές κατά τη διάρκεια ενός έτους (3 συνολικά). 

Οι εγχύσεις δεν έχουν συγκεκριμένες ηλικιακές ενδείξεις εφαρμογής, είναι ασφαλείς και αποτελεσματικές, ενώ απαλλάσσουν άμεσα τον ασθενή από τον πόνο. Το μειονέκτημά τους είναι ότι δεν προσφέρουν μόνιμη λύση, δεν θεραπεύουν δηλαδή τη βλάβη στη σπονδυλική στήλη. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν προσφέρονται ως λύση σε όλα τα περιστατικά ασθενών, γι’ αυτό ο ίδιος ο γιατρός θα κρίνει πότε και αν πρέπει να εφαρμοστούν. 

Η έγχυση κορτικοστεροειδών βοηθά στον περιορισμό της φλεγμονής ενώ η έγχυση τοπικού αναισθητικού μειώνει τον πόνο και βοηθά ταυτόχρονα στη διάγνωση της αιτίας πρόκλησής του. Συνήθως για τον πόνο στη σπονδυλική στήλη ευθύνεται κάποιο νεύρο ή κάποιος δίσκος. Έτσι, με την έγχυση στο σημείο του πόνου, προκαλείται μούδιασμα στο νεύρο και εφόσον ο ασθενής ανακουφίζεται, επιβεβαιώνεται και η διάγνωση. 

Άλλη μία μέθοδος αντιμετώπισης του πόνου στην οσφυϊκή μοίρα και στα κάτω άκρα είναι ο καυτηριασμός των αρθρικών επιφανειών και των παλίνδρομων νεύρων του αρθρικού θυλάκου. Η διαφορά από τις εγχύσεις είναι ότι στοχεύει στα παλίνδρομα νεύρα του αρθρικού θυλάκου. Η διάρκεια του αποτελέσματος μπορεί να φτάσει μέχρι 2 χρόνια. Η διαδικασία περιλαμβάνει την τοποθέτηση του ασθενούς σε πρηνή θέση και την εφαρμογή αναισθητικού στην περιοχή ενδιαφέροντος. Στη συνέχεια, τοποθετούνται ηλεκτρόδια στα νεύρα και μέσω των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων αδρανοποιούνται τα νεύρα και ο πόνος απομακρύνεται. 

Πώς επιλέγεται το είδος της έγχυσης στις αρθρώσεις

Η επιλογή γίνεται από το γιατρό βάσει του ατομικού ιστορικού του ασθενούς, της κλινικής εξέτασης, του νευρολογικού ελέγχου, καθώς και τα αποτελέσματα των απεικονιστικών εξετάσεων. 

Η  έγχυση στην ιερολαγόνια άρθρωση πραγματοποιείται για τη διάγνωση της οσφυαλγίας και εντοπίζει τον πόνο στη μέση και στο γλουτό. Αν ο ασθενής ανακουφιστεί μετά την έγχυση, σημαίνει ότι αυτή είναι η υπεύθυνη άρθρωση για τον πόνο που ένιωθε ο ασθενής. 

Το block νεύρων είναι μια εξέταση που γίνεται για να ελεγχθεί η πιθανότητα μια συγκεκριμένη σπονδυλική ρίζα να ευθύνεται για τον πόνο. Χρησιμοποιείται για τη διάγνωση παθήσεων όπως η ριζοπάθεια. Με ακτινοσκοπική καθοδήγηση εγχέεται κορτιζόνη ή τοπικό αναισθητικό στη ρίζα ενδιαφέροντος. Αν μειωθεί ο πόνος, τότε η διάγνωση επιβεβαιώνεται. 

Το block μικρών αρθρώσεων είναι μια εξέταση που πραγματοποιείται με την έγχυση τοπικού αναισθητικού και κορτιζόνης υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση ταυτόχρονα σε μικρές αρθρώσεις. Αν μειωθεί ο πόνος, τότε έχει εντοπιστεί η άρθρωση που ευθύνεται για αυτόν. 

Η διαδερμική δισκεκτομή εφραμόζεται για να απαλλάξει τον ασθενή από τον πόνο. Εισάγεται μια βελόνα στον πυρήνα του δίσκου με σκοπό την αφυδάτωση του δίσκου. Πραγματοποιείται με τη χρήση θερμότητας.

Πριν εφαρμοστεί η έγχυση στις αρθρικές επιφάνειες: Ο ασθενής πριν την εξέταση πρέπει σταματήσει να λαμβάνει κάποια φάρμακα όπως τα αντιπηκτικά, κατόπιν συνεννόησης με τον θεράποντα γιατρό του. Πριν την εξέταση θα πρέπει να είναι νηστικός για περίπου 6 ώρες. 

Κατά τη διάρκεια της έγχυσης: Ο ασθενής παρακολουθείται καθ’ όλη τη διάρκεια των εγχύσεων με ηλεκτροκαρδιογράφημα και οξύμετρο, ελέγχονται δηλαδή η πίεση, οι σφυγμοί και το οξυγόνο στο αίμα. Η έγχυση γίνεται μέσω αποστειρωμένης βελόνας κατόπιν τοπικής αναισθησίας. Μόλις εντοπιστεί το σημείο εγχέεται υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση το μείγμα φαρμάκων που κάθε φορά έχει επιλεγεί. Αφού ολοκληρωθεί, ο ασθενής πρέπει να ενημερώσει το γιατρό αν έχει απαλλαγεί από τα συμπτώματα του πόνου. 

Μετά την έγχυση: Ο ασθενής θα χρειαστεί να παραμείνει στο νοσοκομείο για περίπου 1 ώρα μετά την εξέταση για να τον παρακολουθήσουν. Συνήθως ανακουφίζεται άμεσα από τον πόνο. Η επιτυχία της έγχυσης εξαρτάται από το πόσο μεγάλο θα είναι το διάστημα που ο ασθενής δεν θα πονά, για πόσο διάστημα δηλαδή δεν θα χρειαστεί επαναληπτική ένεση. 

Πότε πρέπει να μιλήσετε με το γιατρό σας

Αν μετά την έγχυση νιώσετε συχνουρία, αδυναμία, πόνο ή αν παρατηρήσετε αύξηση της αρτηριακής πίεσης ή υπόταση, πρέπει να ενημερωθεί ο γιατρός άμεσα. 

Σε ποιους ασθενείς αντενδείκνυται η έγχυση στις αρθρικές επιφάνειες

  • Στις εγκύους

Έχετε ερωτήσεις; Χρειάζεστε βοήθεια;

ΘΑ ΧΑΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ
Επικοινωνία